Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to relent
01
υποχωρώ, παραδίνομαι
to accept something, usually after some resistance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
relent
γ΄ ενικό πρόσωπο
relents
ενεστώτα μετοχή
relenting
απλός αόριστος
relented
παθητική μετοχή
relented
Παραδείγματα
The teacher relented and extended the deadline for the assignment after considering the students' requests.
Ο δάσκαλος υποχώρησε και παρατάθηκε η προθεσμία για την εργασία μετά από την εξέταση των αιτημάτων των μαθητών.
02
μαλακώνω, κατευνάζομαι
(of weather, situation, etc.) to become less harsh or severe
Παραδείγματα
The intense heat relented in the evening, bringing relief to the sweltering city.
Η έντονη ζέστη μείωσε το βράδυ, φέρνοντας ανακούφιση στην αποπνικτική πόλη.



























