Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accredited
01
επικυρωμένος, εξουσιοδοτημένος
given official approval to act
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accredited
συγκριτικός βαθμός
more accredited
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
authorization, institutions, education
02
επικυρωμένος, αναγνωρισμένος
officially approved of as being of an accepted quality or particular standard
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unaccredited
accredited



























