Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rejection
01
απόρριψη, άρνηση
the action of refusing to approve, accept, consider, or support something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rejections
Παραδείγματα
The author's manuscript faced multiple rejections before finally being published.
Το χειρόγραφο του συγγραφέα αντιμετώπισε πολλαπλές απορρίψεις πριν τελικά δημοσιευτεί.
02
απόρριψη, άρνηση
the condition or experience of being refused, dismissed, or turned down
Παραδείγματα
She felt deep sadness after the rejection from her dream school.
Ένιωσε βαθιά θλίψη μετά την απόρριψη από το σχολείο των ονείρων της.
03
απόρριψη
(medicine) the body's immune response against a transplanted organ or tissue, leading to an attempt to destroy or remove the foreign graft
Παραδείγματα
The patient experienced rejection after a kidney transplant.
Ο ασθενής βίωσε απόρριψη μετά από μεταμόσχευση νεφρού.
Λεξικό Δέντρο
rejection
reject



























