Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reinvigorate
01
αναζωογονώ, ενδυναμώνω
to give new energy or strength to something
Transitive: to reinvigorate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reinvigorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reinvigorates
ενεστώτα μετοχή
reinvigorating
απλός αόριστος
reinvigorated
παθητική μετοχή
reinvigorated
Παραδείγματα
She reinvigorated her workout routine by adding new exercises.
Αναζωογόνησε την προπόνησή της προσθέτοντας νέες ασκήσεις.
Λεξικό Δέντρο
reinvigorate
invigorate
invigor



























