Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reinvigorate
01
αναζωογονώ, ενδυναμώνω
to give new energy or strength to something
Transitive: to reinvigorate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reinvigorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reinvigorates
ενεστώτα μετοχή
reinvigorating
απλός αόριστος
reinvigorated
παθητική μετοχή
reinvigorated
Παραδείγματα
The coach 's motivational speech reinvigorated the team's determination to win.
Η κινητήρια ομιλία του προπονητή αναζωογόνησε την αποφασιστικότητα της ομάδας για νίκη.
Λεξικό Δέντρο
reinvigorate
invigorate
invigor



























