Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reintroduce
01
επανεισάγω, επαναπαρουσιάζω
introduce anew
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reintroduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
reintroduces
ενεστώτα μετοχή
reintroducing
απλός αόριστος
reintroduced
παθητική μετοχή
reintroduced
Λεξικό Δέντρο
reintroduce
introduce



























