Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rehearsal
01
διάβασμα
a session of practice in which performers prepare themselves for a public performance of a concert, play, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rehearsals
Παραδείγματα
The actors gathered for their final rehearsal before the opening night of the play.
Οι ηθοποιοί συγκεντρώθηκαν για την τελευταία πρόβα τους πριν από την πρεμιέρα του έργου.
02
επανάληψη, ψυχική πρόβα
(in psychology) the repetition of information, either silently or aloud, to maintain it in short-term memory
Παραδείγματα
The student used rehearsal to memorize the vocabulary list.
Ο μαθητής χρησιμοποίησε την επανάληψη για να απομνημονεύσει τη λίστα λεξιλογίου.



























