Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rehearsal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rehearsals
Παραδείγματα
The band members practiced tirelessly during rehearsal to synchronize their musical cues.
Τα μέλη του συγκροτήματος εξασκήθηκαν ακούραστα κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για να συγχρονίσουν τα μουσικά τους σήματα.
02
επανάληψη, ψυχική πρόβα
(in psychology) the repetition of information, either silently or aloud, to maintain it in short-term memory
Παραδείγματα
Rehearsal aloud reinforced the names of all participants.
Η επανάληψη δυνατά ενίσχυσε τα ονόματα όλων των συμμετεχόντων.



























