Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Accreditation
01
πιστοποίηση
the act or process of granting official authorization or approval
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























