Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Refuse collector
01
σακατεύων, συλλέκτης απορριμμάτων
a person who is hired to remove waste materials from trash cans and dispose them
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
refuse collectors
Παραδείγματα
He works as a refuse collector for the local municipality.
Εργάζεται ως συλλέκτης απορριμμάτων για τον τοπικό δήμο.



























