Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refreshful
01
αναζωογονητικός, δροσιστικός
imparting vitality and energy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most refreshful
συγκριτικός βαθμός
more refreshful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
energy, wellness, experience
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
refreshfully
refreshful



























