reformed
re
ri:
ρη
formed
fɔrmd
φορμντ
/ɹɪfˈɔːmd/

Ορισμός και σημασία του "reformed"στα αγγλικά

01

μεταρρυθμισμένος, μετανοημένος

caused to abandon an evil manner of living and follow a good one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reformed
συγκριτικός βαθμός
more reformed
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

unreformed
reformed
formed
form
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store