Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barn
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barns
Παραδείγματα
The cows are inside the barn.
Οι αγελάδες είναι μέσα στον αχυρώνα.
02
υπόστεγο, γκαράζ
a building that provides parking space for buses, trucks, etc.
Dialect
American
03
μπαρν, μονάδα πυρηνικής ενεργού διατομής
(physics) a unit of nuclear cross section; the effective circular area that one particle presents to another as a target for an encounter



























