Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barm
01
μαγιά ζύμωσης, ζύμη
a commercial leavening agent containing yeast cells; used to raise the dough in making bread and for fermenting beer or whiskey
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
barms
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
barmy
barm



























