Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reeking
01
βρομερός, δυσώδης
emitting an extremely strong and unpleasant odor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reeking
συγκριτικός βαθμός
more reeking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The reeking garbage bin was a serious issue in the otherwise clean kitchen.
Ο βρομερός κάδος απορριμμάτων ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα στην κατά τα άλλα καθαρή κουζίνα.



























