reeking
ree
ˈri:
ri
king
kɪng
king
reeding

Ορισμός και σημασία του "reeking"στα αγγλικά

01

βρομερός, δυσώδης

emitting an extremely strong and unpleasant odor 
reeking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reeking
συγκριτικός βαθμός
more reeking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The reeking garbage bin was a serious issue in the otherwise clean kitchen. 

Ο βρομερός κάδος απορριμμάτων ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα στην κατά τα άλλα καθαρή κουζίνα.

Λεξικό Δέντρο

reeking
reek
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store