redcap
red
ˈrɛd
red
cap
kæp
kāp
recap

Ορισμός και σημασία του "redcap"στα αγγλικά

01

αχθοφόρος σταθμού, πορτιέρης σιδηροδρόμων

a porter at a railway station who assists passengers with luggage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
redcaps
Παραδείγματα
The redcap helped elderly passengers carry their bags to the platform. 

Ο αχθοφόρος βοήθησε τους ηλικιωμένους επιβάτες να μεταφέρουν τις τσάντες τους στην πλατφόρμα.

02

μέλος της στρατιωτικής αστυνομίας στη Βρετανία, Βρετανός στρατιωτικός αστυνομικός

a member of the military police in Britain 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store