recusant
re
ρι
cu
ˈkju:
κγου
sant
sənt
σαντ
/ɹɪkjˈuːsənt/

Ορισμός και σημασία του "recusant"στα αγγλικά

01

απρόθυμος, διαφωνών

someone who is reluctant to submit to an authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recusants
01

ανυπότακτος, επιθετικός

reluctant to submit to an authority or follow rules
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recusant
συγκριτικός βαθμός
more recusant
διαβαθμίσιμο
02

ανυπότακτος, αποστατών

(of Catholics) refusing to attend services of the Church of England
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store