Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recusant
01
απρόθυμος, διαφωνών
someone who is reluctant to submit to an authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recusants
recusant
01
ανυπότακτος, επιθετικός
reluctant to submit to an authority or follow rules
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recusant
συγκριτικός βαθμός
more recusant
διαβαθμίσιμο
02
ανυπότακτος, αποστατών
(of Catholics) refusing to attend services of the Church of England



























