Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recurring
01
επαναλαμβανόμενος, περιοδικός
happening or appearing repeatedly
Παραδείγματα
The team met for their recurring weekly check-in to discuss progress on the project.
Η ομάδα συναντήθηκε για τον επαναλαμβανόμενο εβδομαδιαίο έλεγχο για να συζητήσει την πρόοδο του έργου.
02
επαναλαμβανόμενος
(of a thought, image, or memory) continuously returning to a person's mind repeatedly over time
Παραδείγματα
The recurring vision of the event haunted him for weeks after it happened.
Η επαναλαμβανόμενη όραση της εκδήλωσης τον στοίχειωσε για εβδομάδες μετά που συνέβη.
03
επαναλαμβανόμενος, τακτικός
paid regularly, rather than as a one-time event
Παραδείγματα
Recurring costs in production can be minimized through more efficient processes.
Τα επαναλαμβανόμενα κόστη στην παραγωγή μπορούν να ελαχιστοποιηθούν μέσω πιο αποτελεσματικών διαδικασιών.
Λεξικό Δέντρο
recurring
recur



























