Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recurrent
01
επαναλαμβανόμενος, περιοδικός
repeatedly happening or reappearing, often at regular intervals
Παραδείγματα
He suffers from recurrent headaches, which disrupt his work every few weeks.
Υποφέρει από επαναλαμβανόμενα πονοκεφάλους, που διαταράσσουν τη δουλειά του κάθε λίγες εβδομάδες.
02
επαναλαμβανόμενος, ανακλαστικός
(of a nerve or vein) bent in such a way that it reverses the direction
Παραδείγματα
The recurrent branch of the median nerve is responsible for controlling thumb movements after reversing its course into the hand.
Ο επαναλαμβανόμενος κλάδος του μέσου νεύρου είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο των κινήσεων του αντίχειρα μετά την αντιστροφή της πορείας του στο χέρι.
Λεξικό Δέντρο
recurrently
recurrent
current
curr



























