recurrent
re
ri:
ri
cu
ka
rrent
rənt
rēnt
concurrent

Ορισμός και σημασία του "recurrent"στα αγγλικά

01

επαναλαμβανόμενος, περιοδικός

repeatedly happening or reappearing, often at regular intervals 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recurrent
συγκριτικός βαθμός
more recurrent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Patients suffering from recurrent bouts of depression often need long-term medication and therapy. 

Οι ασθενείς που πάσχουν από επαναλαμβανόμενες κρίσεις κατάθλιψης συχνά χρειάζονται μακροπρόθεσμη φαρμακευτική αγωγή και θεραπεία.

02

επαναλαμβανόμενος, ανακλαστικός

(of a nerve or vein) bent in such a way that it reverses the direction 
Παραδείγματα
The recurrent laryngeal nerve loops around the aorta before traveling back up to the larynx. 

Ο επαναλαμβανόμενος λαρυγγικός νεύρος κάνει βρόχο γύρω από την αορτή πριν επιστρέψει στον λάρυγγα.

Λεξικό Δέντρο

recurrently
recurrent
current
curr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store