Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recreation room
01
αίθουσα αναψυχής, αίθουσα παιχνιδιών
a designated space within a home or building designed for leisure activities such as playing games, watching movies, or socializing with friends and family
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recreation rooms
Παραδείγματα
He decided to turn the basement into a recreation room to give his family more space for activities.
Αποφάσισε να μετατρέψει το υπόγειο σε αίθουσα αναψυχής για να δώσει στην οικογένειά του περισσότερο χώρο για δραστηριότητες.



























