Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recreation room
01
αίθουσα αναψυχής, αίθουσα παιχνιδιών
a designated space within a home or building designed for leisure activities such as playing games, watching movies, or socializing with friends and family
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recreation rooms
Παραδείγματα
The family spent every weekend in the recreation room, playing board games and watching movies together.
Η οικογένεια περνούσε κάθε Σαββατοκύριακο στο δωμάτιο αναψυχής, παίζοντας επιτραπέζια παιχνίδια και βλέποντας ταινίες μαζί.



























