Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recognizable
01
αναγνωρίσιμος, διακριτός
able to be identified or distinguished from other things or people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recognizable
συγκριτικός βαθμός
more recognizable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His face was recognizable to everyone in the small town, where he was a well-known figure.
Το πρόσωπό του ήταν αναγνωρίσιμο από όλους στη μικρή πόλη, όπου ήταν γνωστό πρόσωπο.
Λεξικό Δέντρο
recognizably
unrecognizable
recognizable
cognizable
cognize



























