Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reckless
01
απερίσκεπτος, απρόσεκτος
not caring about the possible results of one's actions that could be dangerous
Παραδείγματα
The reckless driver ignored the red light and sped through the intersection.
Ο απερίσκεπτος οδηγός αγνόησε το κόκκινο φανάρι και πέρασε με ταχύτητα τη διασταύρωση.
02
απερίσκεπτος, παρορμητικός
having a disregard for the consequences of an action
Παραδείγματα
The reckless speeding endangered everyone on the road.
Η απερίσκεπτη υπερβολική ταχύτητα έθεσε σε κίνδυνο όλους στο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
recklessly
recklessness
reckless



























