receivables
re
ri
cei
ˈsi:
si
va
bles
bəlz
bēlz

Ορισμός και σημασία του "receivables"στα αγγλικά

01

απαιτήσεις, λογαριασμοί εισπρακτέοι

the amount of unpaid debt that a company expects to receive from its customers or another company 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
receivables
Παραδείγματα
The company's accounts receivables increased significantly this quarter, indicating strong sales but also potential cash flow challenges. 

Οι απαιτήσεις της εταιρείας αυξήθηκαν σημαντικά αυτό το τρίμηνο, υποδεικνύοντας ισχυρές πωλήσεις αλλά και πιθανές προκλήσεις ταμειακών ροών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store