Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recede
01
υποχωρώ, φαλακρώνω
(of a man's hair) to cease to grow and become bald from the front hairline
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recede
γ΄ ενικό πρόσωπο
recedes
ενεστώτα μετοχή
receding
απλός αόριστος
receded
παθητική μετοχή
receded
Παραδείγματα
As he aged, he noticed his hair starting to recede.
Καθώς γερνούσε, πρόσεξε ότι τα μαλλιά του άρχισαν να υποχωρούν.
02
υποχωρώ, αποσύρομαι
to move back or withdraw from a previous position or state
Intransitive
Παραδείγματα
As the storm subsided, the floodwaters began to recede.
Καθώς η καταιγίδα υποχώρησε, τα νερά της πλημμύρας άρχισαν να υποχωρούν.
03
ελαττώνομαι, ξεθωριάζω
to diminish in intensity, visibility, or prominence
Intransitive
Παραδείγματα
As the sun dipped below the horizon, the colors of the sunset receded.
Καθώς ο ήλιος βυθίστηκε κάτω από τον ορίζοντα, τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος ξεθώριασαν.
Λεξικό Δέντρο
receding
recede
cede



























