Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recalcitrant
01
ανυπότακτος, πείσμων
resisting authority, control, or guidance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recalcitrant
συγκριτικός βαθμός
more recalcitrant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Recalcitrant voters rejected both major parties.
Οι ανυπότακτοι ψηφοφόροι απέρριψαν και τα δύο κύρια κόμματα.
Λεξικό Δέντρο
recalcitrant
recalcitr



























