recalcitrant
re
ri
cal
ˈkæl
kāl
cit
sɪt
sit
rant
rənt
rēnt

Ορισμός και σημασία του "recalcitrant"στα αγγλικά

recalcitrant
01

ανυπότακτος, πείσμων

resisting authority, control, or guidance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most recalcitrant
συγκριτικός βαθμός
more recalcitrant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The recalcitrant student refused to follow classroom instructions. 

Ο ανυπότακτος μαθητής αρνήθηκε να ακολουθήσει τις οδηγίες της τάξης.

Λεξικό Δέντρο

recalcitrant
recalcitr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store