Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rebuild
01
ανακατασκευάζω, ξαναχτίζω
to build something once again, after it has been destroyed or severely damaged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rebuild
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebuilds
ενεστώτα μετοχή
rebuilding
απλός αόριστος
rebuilt
παθητική μετοχή
rebuilt
Παραδείγματα
After the hurricane, the town worked hard to rebuild the damaged homes.
Λεξικό Δέντρο
rebuild
build



























