Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reboot
01
επανεκκίνηση, επαναφόρτωση
to cause a computer system to load, especially immediately after it has been turned off
Transitive: to reboot a computer system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reboot
γ΄ ενικό πρόσωπο
reboots
ενεστώτα μετοχή
rebooting
απλός αόριστος
rebooted
παθητική μετοχή
rebooted
Παραδείγματα
She rebooted her smartphone to resolve the performance lag.
Επανέκλεισε το smartphone της για να λύσει την καθυστέρηση απόδοσης.
Λεξικό Δέντρο
reboot
boot



























