Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reassure
01
καθησυχάζω, βεβαιώνω
to do or say something to make someone stop worrying or less afraid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reassure
γ΄ ενικό πρόσωπο
reassures
ενεστώτα μετοχή
reassuring
απλός αόριστος
reassured
παθητική μετοχή
reassured
Παραδείγματα
The doctor tried to reassure the patient by explaining that the surgery was routine and had a high success rate.
Ο γιατρός προσπάθησε να καθησυχάσει τον ασθενή εξηγώντας ότι η επέμβαση ήταν ρουτίνας και είχε υψηλό ποσοστό επιτυχίας.
02
καθησυχάζω, βεβαιώνω
to restore someone's confidence or sense of trust
Παραδείγματα
Investors were reassured by the positive financial report.
Οι επενδυτές καθησύχασαν από τη θετική οικονομική έκθεση.
Λεξικό Δέντρο
reassure
assure



























