Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reassemble
01
ξανασυναρμολογώ, επανασυναρμολογώ
assemble once again, after taking something apart
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reassemble
γ΄ ενικό πρόσωπο
reassembles
ενεστώτα μετοχή
reassembling
απλός αόριστος
reassembled
παθητική μετοχή
reassembled
Λεξικό Δέντρο
reassemble
assemble



























