reasoning
rea
ˈri
ρι
so
ζα
ning
nɪng
νινγκ
/ˈriːzənɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "reasoning"στα αγγλικά

01

συλλογισμός, λογική

the act of rational and logical thinking about something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Effective reasoning is essential in solving complex problems and making informed decisions.
Η αποτελεσματική συλλογιστική είναι απαραίτητη για την επίλυση πολύπλοκων προβλημάτων και τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων.
01

συλλογιστικός, λογικός

having the ability to think logically and make judgments based on rational thought
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reasoning
συγκριτικός βαθμός
more reasoning
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His reasoning capacity allowed him to navigate difficult situations.
Η ικανότητα συλλογισμού του του επέτρεψε να περιηγηθεί σε δύσκολες καταστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store