reasoning
rea
ˈri:
ri
so
ning
nɪng
ning
reckoning

Ορισμός και σημασία του "reasoning"στα αγγλικά

01

συλλογισμός, λογική

the act of rational and logical thinking about something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The scientist's reasoning behind the experiment was sound, leading to groundbreaking results. 

Η συλλογιστική του επιστήμονα πίσω από το πείραμα ήταν ορθή, οδηγώντας σε πρωτοποριακά αποτελέσματα.

01

συλλογιστικός, λογικός

having the ability to think logically and make judgments based on rational thought 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reasoning
συγκριτικός βαθμός
more reasoning
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Humans are reasoning beings capable of complex thought. 

Οι άνθρωποι είναι συλλογιστικά όντα ικανά για σύνθετη σκέψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store