Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reason
01
λόγος, αιτία
a rational motive or cause for a belief, decision, or action
Παραδείγματα
His reason for leaving the job was personal.
Ο λόγος που άφησε τη δουλειά ήταν προσωπικός.
Παραδείγματα
She used reason to analyze the situation before making a decision.
Χρησιμοποίησε τη λογική για να αναλύσει την κατάσταση πριν πάρει μια απόφαση.
03
λόγος, αιτία
something that explains an action or event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
reasons
Παραδείγματα
She provided a valid reason for being late to the meeting.
Παρείχε έναν έγκυρο λόγο για την καθυστέρησή της στη συνάντηση.
04
λογική, κρίση
the quality of having sound judgment, good sense, or prudence
Παραδείγματα
He showed reason in handling the delicate situation.
Έδειξε λογική στην αντιμετώπιση της ευαίσθητης κατάστασης.
to reason
01
συλλογίζομαι, επιχειρηματολογώ
to present justifications or explanations for a particular idea, decision, conclusion, etc.
Transitive: to reason that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reason
γ΄ ενικό πρόσωπο
reasons
ενεστώτα μετοχή
reasoning
απλός αόριστος
reasoned
παθητική μετοχή
reasoned
Παραδείγματα
She reasoned that studying regularly would lead to better exam performance.
Αυτή συλλογίστηκε ότι η τακτική μελέτη θα οδηγούσε σε καλύτερες επιδόσεις στις εξετάσεις.
02
συλλογίζομαι, σκέφτομαι λογικά
to think rationally and make good judgement
Intransitive
Παραδείγματα
The philosopher reasoned with clarity and precision during the debate.
Ο φιλόσοφος συλλογίστηκε με σαφήνεια και ακρίβεια κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reasonable
reasonless
unreason
reason



























