Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reason
01
λόγος, αιτία
a rational motive or cause for a belief, decision, or action
Παραδείγματα
His reason for helping was purely altruistic.
Ο λόγος του για να βοηθήσει ήταν καθαρά αλτρουιστικός.
02
λόγος, αιτία
something that explains an action or event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reasons
Παραδείγματα
Understanding the reason for his behavior helped to resolve the conflict.
Η κατανόηση του λόγου για τη συμπεριφορά του βοήθησε στην επίλυση της σύγκρουσης.
Παραδείγματα
She relied on reason rather than emotion when resolving conflicts.
Βασίστηκε στη λογική παρά στο συναίσθημα κατά την επίλυση συγκρούσεων.
04
λογική, κρίση
the quality of having sound judgment, good sense, or prudence
Παραδείγματα
Applying reason ensured the experiment's success.
Η λογική εξασφάλισε την επιτυχία του πειράματος.
to reason
01
συλλογίζομαι, επιχειρηματολογώ
to present justifications or explanations for a particular idea, decision, conclusion, etc.
Transitive: to reason that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reason
γ΄ ενικό πρόσωπο
reasons
ενεστώτα μετοχή
reasoning
απλός αόριστος
reasoned
παθητική μετοχή
reasoned
Παραδείγματα
They reasoned that the project's success depended on clear communication and collaboration.
Σκέφτηκαν ότι η επιτυχία του έργου εξαρτιόταν από σαφή επικοινωνία και συνεργασία.
02
συλλογίζομαι, σκέφτομαι λογικά
to think rationally and make good judgement
Intransitive
Παραδείγματα
As he listened to the arguments, he reasoned silently, weighing each point in his mind.
Καθώς άκουγε τα επιχειρήματα, συλλογίστηκε σιωπηλά, ζυγίζοντας κάθε σημείο στο μυαλό του.
Λεξικό Δέντρο
reasonable
reasonless
unreason
reason



























