Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rear end
01
πισινός, κώλος
the fleshy part at the back of the body that a person sits on
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rear ends
Παραδείγματα
He slipped on the wet floor and landed hard on his rear end.
Γλίστρησε στο βρεγμένο πάτωμα και έπεσε με δύναμη στο πισινό του.
02
πίσω μέρος, οπίσθια άκρη
the back portion or tail section of a vehicle
Παραδείγματα
The rear end of the car was badly damaged in the collision, requiring extensive repairs.
Το πίσω μέρος του αυτοκινήτου υπέστη σοβαρές ζημιές στη σύγκρουση, απαιτώντας εκτενή επισκευές.



























