reaper
rea
ˈri
ρι
per
pɜr
περρ
/ɹˈiːpɐ/

Ορισμός και σημασία του "reaper"στα αγγλικά

01

θεριστική μηχανή, μηχανή συγκομιδής

farm machine that gathers a food crop from the fields
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reapers
02

θεριστής, θεριστητής

a person who cuts and collects crops when they are ready
Παραδείγματα
The reaper coordinated with other workers to complete the harvest on time.
Ο θεριστής συντονίστηκε με άλλους εργαζόμενους για να ολοκληρώσει τη συγκομιδή εγκαίρως.
03

θεριστής, ο Θάνατος

the embodiment of death in shape of a skeleton wearing a black cloak holding a scythe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store