Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reaper
01
θεριστική μηχανή, μηχανή συγκομιδής
farm machine that gathers a food crop from the fields
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reapers
02
θεριστής, θεριστητής
a person who cuts and collects crops when they are ready
Παραδείγματα
The reaper coordinated with other workers to complete the harvest on time.
Ο θεριστής συντονίστηκε με άλλους εργαζόμενους για να ολοκληρώσει τη συγκομιδή εγκαίρως.
03
θεριστής, ο Θάνατος
the embodiment of death in shape of a skeleton wearing a black cloak holding a scythe
Λεξικό Δέντρο
reaper
reap



























