accountancy
a
ə
α
ccoun
ˈkaʊn
καουν
tan
tən
ταν
cy
si
σι
/ɐkˈa‍ʊntənsi/

Ορισμός και σημασία του "accountancy"στα αγγλικά

01

λογιστική

an accountant's profession or tasks
accountancy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The conference focused on the latest trends and developments in international accountancy standards.
Η διάσκεψη επικεντρώθηκε στις τελευταίες τάσεις και εξελίξεις στα διεθνή πρότυπα λογιστικής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store