accountancy
a
ə
ē
ccoun
ˈkaʊn
kawn
tan
tən
tēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "accountancy"στα αγγλικά

01

λογιστική

an accountant's profession or tasks 
accountancy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She pursued a degree in accountancy to become a certified public accountant (CPA). 

Κατέκτησε πτυχίο στην λογιστική για να γίνει πιστοποιημένη δημόσια λογίστρια (CPA).

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store