accountable
a
ə
ē
ccoun
ˈkaʊn
kawn
table
təbl
tēbl

Ορισμός και σημασία του "accountable"στα αγγλικά

accountable
01

υπεύθυνος, που ευθύνεται για τις πράξεις του

responsible for one's actions and prepared to explain them 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accountable
συγκριτικός βαθμός
more accountable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
responsibility, ethics, governance
Παραδείγματα
As a public official, she is accountable to the citizens for her decisions. 

Ως δημόσια υπάλληλος, είναι υπεύθυνη για τις αποφάσεις της απέναντι στους πολίτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

accountability
unaccountable
accountable
account
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store