reactionary
reac
ˈriæk
riāk
tio
ʃə
shē
na
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "reactionary"στα αγγλικά

01

αντιδραστικός, ακραίος συντηρητικός

an extreme conservative; an opponent of progress or liberalism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reactionaries
reactionary
01

αντιδραστικός, συντηρητικός

strongly against any political or social changes or any new ideas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reactionary
συγκριτικός βαθμός
more reactionary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His reactionary views made him oppose all modern reforms. 

Οι αντιδραστικές απόψεις του τον έκαναν να αντιταχθεί σε όλες τις σύγχρονες μεταρρυθμίσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store