Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to re-introduce
01
επαναφέρω, ξαναπαρουσιάζω
to bring something back or present it again after it has been removed or not used for a period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
re-introduce
γ΄ ενικό πρόσωπο
re-introduces
ενεστώτα μετοχή
re-introducing
απλός αόριστος
re-introduced
παθητική μετοχή
re-introduced
Παραδείγματα
The animal was successfully re-introduced into the wild after being bred in captivity.
Το ζώο επανεισήχθη με επιτυχία στη φύση μετά την αναπαραγωγή του σε αιχμαλωσία.



























