Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to razz
01
πειράζω, κοροϊδεύω
to tease in a playful manner
Transitive: to razz sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
razz
γ΄ ενικό πρόσωπο
razzes
ενεστώτα μετοχή
razzing
απλός αόριστος
razzed
παθητική μετοχή
razzed
Παραδείγματα
The siblings razzed each other about their embarrassing childhood memories.
Τα αδέλφια περιγελούσαν ο ένας τον άλλον για τις ντροπιαστικές τους αναμνήσεις από την παιδική ηλικία.
Razz
01
κραυγή δυσαρέσκειας, θόρυβος που εκφράζει περιφρόνηση
a cry or noise made to express displeasure or contempt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
razzes
02
μια παραλλαγή του πόκερ stud επτά φύλλων, όπου το χαμηλότερο πεντάφυλλο χέρι κερδίζει το pot
a variation of seven-card stud poker, where the lowest five-card hand wins the pot
Λεξικό Δέντρο
razzing
razz



























