Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to razz
01
πειράζω, κοροϊδεύω
to tease in a playful manner
Transitive: to razz sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
razz
γ΄ ενικό πρόσωπο
razzes
ενεστώτα μετοχή
razzing
απλός αόριστος
razzed
παθητική μετοχή
razzed
Παραδείγματα
The teammates razzed their captain after he missed an easy shot during the game.
Οι συμπαίκτες πείραξαν τον αρχηγό τους αφού έχασε ένα εύκολο σουτ κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.
Razz
01
κραυγή δυσαρέσκειας, θόρυβος που εκφράζει περιφρόνηση
a cry or noise made to express displeasure or contempt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
razzes
02
μια παραλλαγή του πόκερ stud επτά φύλλων, όπου το χαμηλότερο πεντάφυλλο χέρι κερδίζει το pot
a variation of seven-card stud poker, where the lowest five-card hand wins the pot
Λεξικό Δέντρο
razzing
razz



























