to baptize
bap
bæp
bāp
tize
ˈtaɪz
taiz
repriseapprisedespisesurmise
baptise

Ορισμός και σημασία του "baptize"στα αγγλικά

to baptize
01

βαπτίζω, βυθίζω στο νερό

to initiate into a religious faith by immersing in or sprinkling with water 
Transitive: to baptize sb
to baptize definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
baptize
γ΄ ενικό πρόσωπο
baptizes
ενεστώτα μετοχή
baptizing
απλός αόριστος
baptized
παθητική μετοχή
baptized
Παραδείγματα
The pastor will baptize the newborn as a symbol of initiation into the Christian faith. 

Ο πάστορας θα βαπτίσει το νεογέννητο ως σύμβολο εισόδου στην χριστιανική πίστη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

baptized
baptize
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store