Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ravaging
01
καταστροφικός, ληστρικός
causing widespread destruction, damage, or devastation
Παραδείγματα
The disease had a ravaging impact on the community, claiming many lives.
Η ασθένεια είχε καταστροφικό αντίκτυπο στην κοινότητα, στερώντας πολλές ζωές.
Ravaging
01
καταστροφή, εξολόθρευση
the act of causing severe destruction or damage
Παραδείγματα
The ravaging of the ancient city by invaders is documented in historical texts.
Η καταστροφή της αρχαίας πόλης από τους εισβολείς τεκμηριώνεται σε ιστορικά κείμενα.
Λεξικό Δέντρο
ravaging
ravage



























