ravaging
ra
ˈræ
ραι
va
βι
ging
ʤɪng
τζινγκ
/ɹˈævɪd‍ʒɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "ravaging"στα αγγλικά

01

καταστροφικός, ληστρικός

causing widespread destruction, damage, or devastation
Παραδείγματα
The disease had a ravaging impact on the community, claiming many lives.
Η ασθένεια είχε καταστροφικό αντίκτυπο στην κοινότητα, στερώντας πολλές ζωές.
01

καταστροφή, εξολόθρευση

the act of causing severe destruction or damage
Παραδείγματα
The ravaging of the ancient city by invaders is documented in historical texts.
Η καταστροφή της αρχαίας πόλης από τους εισβολείς τεκμηριώνεται σε ιστορικά κείμενα.

Λεξικό Δέντρο

ravaging
ravage
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store