ravaging
ra
ˈræ
va
vi
ging
ʤɪng
jing
raveningragingraveling

Ορισμός και σημασία του "ravaging"στα αγγλικά

01

καταστροφικός, ληστρικός

causing widespread destruction, damage, or devastation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ravaging
συγκριτικός βαθμός
more ravaging
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
destruction, disaster, impact
Παραδείγματα
The ravaging floods left the town in ruins, with homes and businesses destroyed. 

Οι καταστροφικές πλημμύρες άφησαν την πόλη σε ερείπια, με σπίτια και επιχειρήσεις να έχουν καταστραφεί.

01

καταστροφή, εξολόθρευση

the act of causing severe destruction or damage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The ravaging of the town by the enemy forces left it unrecognizable. 

Ο καταστροφή της πόλης από τις εχθρικές δυνάμεις την άφησε αναγνωρίσιμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ravaging
ravage
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store