Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ravaging
01
καταστροφικός, ληστρικός
causing widespread destruction, damage, or devastation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ravaging
συγκριτικός βαθμός
more ravaging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ravaging floods left the town in ruins, with homes and businesses destroyed.
Οι καταστροφικές πλημμύρες άφησαν την πόλη σε ερείπια, με σπίτια και επιχειρήσεις να έχουν καταστραφεί.
Ravaging
01
καταστροφή, εξολόθρευση
the act of causing severe destruction or damage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The ravaging of the town by the enemy forces left it unrecognizable.
Ο καταστροφή της πόλης από τις εχθρικές δυνάμεις την άφησε αναγνωρίσιμη.
Λεξικό Δέντρο
ravaging
ravage



























