Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raunchy
01
βρώμικος, λεκιασμένος
thickly covered with ingrained dirt or soot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
raunchiest
συγκριτικός βαθμός
raunchier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cleanliness, appearance, condition
02
αισχρός, άσεμνος
sexually explicit or morally obscene
Παραδείγματα
The movie was criticized for its raunchy scenes and explicit content.
Η ταινία επικρίθηκε για τις αισχρές σκηνές και το ρητό περιεχόμενο.
03
αισχρός, άσεμνος
earthy and sexually explicit
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
raunchy
raunch



























