Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raunchy
01
βρώμικος, λεκιασμένος
thickly covered with ingrained dirt or soot
02
αισχρός, άσεμνος
sexually explicit or morally obscene
Παραδείγματα
The raunchy lyrics of the song sparked controversy among parents and critics.
Οι αισχροί στίχοι του τραγουδιού προκάλεσαν διαμάχη μεταξύ γονέων και κριτικών.
03
αισχρός, άσεμνος
earthy and sexually explicit
Λεξικό Δέντρο
raunchy
raunch



























