raunchy
raun
ˈrɔ:n
ρον
chy
ʧi
τσι
paunchy

Ορισμός και σημασία του "raunchy"στα αγγλικά

01

βρώμικος, λεκιασμένος

thickly covered with ingrained dirt or soot 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
raunchiest
συγκριτικός βαθμός
raunchier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cleanliness, appearance, condition
02

αισχρός, άσεμνος

sexually explicit or morally obscene 
Παραδείγματα
The movie was criticized for its raunchy scenes and explicit content. 

Η ταινία επικρίθηκε για τις αισχρές σκηνές και το ρητό περιεχόμενο.

03

αισχρός, άσεμνος

earthy and sexually explicit 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

raunchy
raunch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store