baptist
bap
ˈbæp
bāp
tist
tɪst
tist
anabaptist

Ορισμός και σημασία του "Baptist"στα αγγλικά

01

Βαπτιστής, Βαπτιστής

follower of Baptistic doctrines 
Baptist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Baptists
01

βαπτιστικός, σχετικός με τους βαπτιστές

relating to the Baptist denomination of Christianity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion
Παραδείγματα
They attend a Baptist church every Sunday. 

Παρακολουθούν μια βαπτιστική εκκλησία κάθε Κυριακή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store