Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rate
01
ποσοστό, ποσοστό εγκληματικότητας
the number of times something changes or happens during a specific period of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rates
Παραδείγματα
The crime rate in the city has decreased significantly over the past year.
Ο ρυθμός εγκληματικότητας στην πόλη έχει μειωθεί σημαντικά το τελευταίο έτος.
02
ποσοστό, τιμολόγιο
a specified amount of money charged or paid for something
Παραδείγματα
The bank offers a competitive interest rate on savings accounts.
Η τράπεζα προσφέρει ένα ανταγωνιστικό επιτόκιο σε καταθετικούς λογαριασμούς.
03
ρυθμός, ταχύτητα
the relative speed or pace of progress, growth, or decline
Παραδείγματα
The rate of technological change is accelerating.
Ο ρυθμός της τεχνολογικής αλλαγής επιταχύνεται.
to rate
01
αξιολογώ, βαθμολογώ
to judge and assign a score or rank to something according to a set scale
Transitive: to rate quality of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rate
γ΄ ενικό πρόσωπο
rates
ενεστώτα μετοχή
rating
απλός αόριστος
rated
παθητική μετοχή
rated
Παραδείγματα
The judge will rate the performances of the contestants.
Ο δικαστής θα βαθμολογήσει τις ερμηνείες των διαγωνιζομένων.
02
αξιολογώ, κρίνω
to judge the value or importance of something
Transitive: to rate sb/sth in a specific manner
Παραδείγματα
The company rates its customer service very highly.
Η εταιρεία αξιολογεί πολύ υψηλά την εξυπηρέτηση πελατών της.
03
αξίζω, είμαι άξιος
to deserve or be worthy of something
Transitive: to rate a reward or privilege
Παραδείγματα
She rates a promotion because of her hard work.
Αυτή αξίζει μια προαγωγή λόγω της σκληρής δουλειάς της.
Λεξικό Δέντρο
rateable
rate



























