rarity
ra
ˈreə
re
ri
ty
ti
ti
rarify

Ορισμός και σημασία του "rarity"στα αγγλικά

01

σπανιότητα, ιδιαιτερότητα

something unusual, uncommon, or special, often implying it is noteworthy or collectible 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rarities
Παραδείγματα
That stamp is a rarity among collectors. 

Αυτό το γραμματόσημο είναι μια σπανιότητα μεταξύ των συλλεκτών.

02

σπανιότητα, λεπτότητα

a refined, delicate, or thin quality 
Παραδείγματα
The rarity of the mountain air made breathing effortless. 

Η σπανιότητα του αέρα του βουνού έκανε την αναπνοή αβίαστη.

03

σπανιότητα, σπανιότητα

the state of being scarce or infrequent 
Παραδείγματα
Fresh water is a rarity in the desert. 

Το γλυκό νερό είναι μια σπανιότητα στην έρημο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rarity
rar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store