rapt
rapt
ræpt
rāpt
keptaptadaptinapt

Ορισμός και σημασία του "rapt"στα αγγλικά

01

γοητευμένος, βυθισμένος

fully absorbed or captivated by something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rapt
συγκριτικός βαθμός
more rapt
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She listened to the music with rapt attention, entranced by its beauty. 

Άκουγε τη μουσική με συγκεντρωμένη προσοχή, μαγεμένη από την ομορφιά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store