Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rapid
01
γρήγορος, ταχύς
occurring or moving with great speed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rapid
συγκριτικός βαθμός
more rapid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rapid river flowed swiftly downstream.
Ο γρήγορος ποταμός έρεε γρήγορα προς τα κάτω.
02
γρήγορος, ταχύς
happening or completed in a short time
Παραδείγματα
They made rapid progress on the project.
Έκαναν γρήγορη πρόοδο στο έργο.
Rapid
01
ραγδαίος
a fast and turbulent part of a river with swift currents and obstacles like rocks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rapids
Παραδείγματα
They navigated the river's rapids with skill and caution.
Πλοήγησαν τους ορμητικούς ρεύματος του ποταμού με δεξιότητα και προσοχή.
Λεξικό Δέντρο
rapidly
rapidness
rapid



























