Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rapacity
01
πλεονεξία, απληστία
a strong desire to have too much money or other possessions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
πλεονεξία, απληστία
the quality of being greedy
LanGeek



























