to rant
rant
rɑ:nt
raant
riant

Ορισμός και σημασία του "rant"στα αγγλικά

to rant
01

γκρινιάζω δυνατά, εκφράζω θυμόφωνα

to speak loudly, expressing strong opinions or complaints 
Intransitive: to rant about sth
to rant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rant
γ΄ ενικό πρόσωπο
rants
ενεστώτα μετοχή
ranting
απλός αόριστος
ranted
παθητική μετοχή
ranted
Παραδείγματα
The customer began to rant about the poor service, expressing frustration with the long wait and unhelpful staff. 

Ο πελάτης άρχισε να διαμαρτύρεται για την κακή εξυπηρέτηση, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τη μεγάλη αναμονή και το μη βοηθητικό προσωπικό.

01

διάτριβα, εκφορά

showy or pretentious speech or writing, often intended to impress rather than convey substance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rants
Παραδείγματα
His article was more rant than analysis. 

Το άρθρο του ήταν περισσότερο εκφοβιστική ομιλία παρά ανάλυση.

02

οργισμένος λόγος, εκτόνωση θυμού

a loud, forceful, or bombastic speech or outburst delivered with strong emotion, often critical or angry 
Παραδείγματα
He went on a rant about the city's traffic problems. 

Ξεκίνησε μια οργισμένη ομιλία για τα προβλήματα κυκλοφορίας της πόλης.

Λεξικό Δέντρο

ranter
ranting
rant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store