Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Random-access memory
01
μνήμη τυχαίας προσπέλασης, RAM
a type of computer memory tasked with temporarily storing data for a quicker access
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The new gaming laptop boasts 16GB of RAM for smooth multitasking and faster loading times.
Ο νέος φορητός υπολογιστής για παιχνίδια διαθέτει 16 GB μνήμης τυχαίας προσπέλασης για ομαλή πολυδιεργασία και ταχύτερο χρόνο φόρτωσης.
LanGeek



























