rancor
Pronunciation
/ˈɹæŋkɝ/
rancour

Ορισμός και σημασία του "rancor"στα αγγλικά

01

μνησικακία, κακία

a feeling of hatred and a desire to harm others, especially because of unjust treatment received
rancor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rancors
Παραδείγματα
The long-standing rancor between the two nations prevented any meaningful diplomatic progress.
Η μακρόχρονη μνησικακία μεταξύ των δύο εθνών απέτρεψε οποιαδήποτε σημαντική διπλωματική πρόοδο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store