ramose
ra
ˈræ
ραι
mose
moʊz
μουζ
/ɹˈaməʊz/

Ορισμός και σημασία του "ramose"στα αγγλικά

01

κλαδωτός, διακλαδισμένος

branched or having many branches
Παραδείγματα
The artist sketched the ramose silhouette of the bare winter trees against the evening sky.
Ο καλλιτέχνης σκίτσαρε το κλαδωτό σιλουέτ των γυμνών χειμωνιάτικων δέντρων έναντι του βραδινού ουρανού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store