to bankrupt
Pronunciation
/ˈbæŋkɹəpt/

Ορισμός και σημασία του "bankrupt"στα αγγλικά

to bankrupt
01

οδηγώ σε πτώχευση, κάνω πτωχεύσει

to cause a person or organization to become legally unable to pay debts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bankrupt
γ΄ ενικό πρόσωπο
bankrupts
ενεστώτα μετοχή
bankrupting
απλός αόριστος
bankrupted
παθητική μετοχή
bankrupted
Παραδείγματα
The economic crisis bankrupted many investors.
Η οικονομική κρίση χρεοκόπησε πολλούς επενδυτές.
01

χρεωκοπημένος, πτωχευμένος

(of organizations or people) legally declared as unable to pay their debts to creditors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bankrupt
συγκριτικός βαθμός
more bankrupt
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bankrupt individual sought financial counseling to manage their debts.
Ο χρεωκοπημένος άτομο αναζήτησε οικονομική συμβουλή για τη διαχείριση των χρεών του.
01

πτωχευμένος, αφερέγγυος

a person or organization that has been legally declared unable to pay their debts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bankrupts
Παραδείγματα
She was once a wealthy entrepreneur but is now a bankrupt.
Ήταν κάποτε μια πλούσια επιχειρηματίας αλλά τώρα είναι σε πτώχευση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store