Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bankrupt
01
οδηγώ σε πτώχευση, κάνω πτωχεύσει
to cause a person or organization to become legally unable to pay debts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bankrupt
γ΄ ενικό πρόσωπο
bankrupts
ενεστώτα μετοχή
bankrupting
απλός αόριστος
bankrupted
παθητική μετοχή
bankrupted
Παραδείγματα
Poor sales bankrupted the family business within a year.
Οι κακές πωλήσεις χρεοκόπησαν την οικογενειακή επιχείρηση μέσα σε ένα χρόνο.
bankrupt
01
χρεωκοπημένος, πτωχευμένος
(of organizations or people) legally declared as unable to pay their debts to creditors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bankrupt
συγκριτικός βαθμός
more bankrupt
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After years of financial mismanagement, the business went bankrupt.
Μετά από χρόνια κακή οικονομική διαχείριση, η επιχείρηση χρεοκόπησε.
Bankrupt
01
πτωχευμένος, αφερέγγυος
a person or organization that has been legally declared unable to pay their debts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bankrupts
Παραδείγματα
After the failed business venture, he was declared a bankrupt.
Μετά την αποτυχημένη επιχειρηματική προσπάθεια, κηρύχθηκε πτωχευμένος.



























